Και μετά, σιωπή

Γονείς. Είναι μέσα στις πρώτες σου αναμνήσεις. Σου γελάνε και σου κάνουν γκριμάτσες να γελάσεις και συ. Παίζουν μαζί σου, φαίνονται τόσο νέοι με τα τωρινά σου κριτήρια, κι όμως τότε φάνταζαν μεγάλοι, πολύ μεγάλοι, ήσουν μάλιστα σίγουρος ότι ήταν πάντοτε μεγάλοι, σα να’χαν γεννηθεί σε αυτήν την ηλικία, σα να μην υπήρξαν ποτέ κι εκείνοι παιδιά. Πάντα σου έλεγαν κάτι, σε καθοδηγούσαν στα πρώτα σου βήματα, σου κράτησαν το χέρι την πρώτη μέρα στο σχολείο, σου τέντωσαν τον δείκτη για να σε στείλουν στο δωμάτιό σου όταν έκανες αταξίες. Φοβόσουν για το τι θα σου πουν για έναν κακό βαθμό στον έλεγχο, για μια ζημιά στο σπίτι, για τη ζαβολιά σου να βλέπεις τηλεόραση παραπάνω απ’ όσο εκείνοι επέτρεπαν. Χαιρόσουν καταβάθος να τους ακούς να καμαρώνουν για σένα, κι ας διαμαρτυρόσουν φωναχτά ότι σε κάνουν ρεζίλι. Τους φώναζες στη θάλασσα να δουν πώς κάνεις βουτιά χωρίς να κλείνεις τη μύτη σου με το χέρι, σου έλεγαν «μπράβο» και ψήλωνες δυο μέτρα από περηφάνια, ίσως γιατί ένα ένστικτο σε διαβεβαίωνε ότι το εννοούσαν, το εννοούσαν όπως δεν θα εννοήσει ποτέ ξανά κανείς μια επιδοκιμασία για σένα στην ζωή σου. Πάντα σου έλεγαν κάτι, και πόσες φορές δεν ήθελες να πάψουν! Εκεί, στην εφηβεία, που ήταν όλο οδηγίες και απαγορεύσεις και πρέπει, ή μπορεί και να μην ήταν στ’αλήθεια, απλώς εσένα να σου φαινόταν έτσι, γιατί ένιωθες ήδη μεγάλος από τα 14 χρόνια σου και απορούσες γιατί δε σου φέρονταν αναλόγως. Πόρτες έκλειναν δυνατά, φωνές, κλάματα, παρακάλια σε μια ανώτερη δύναμη να γίνεις γρήγορα 18 και να φύγεις από κει μέσα. Και μετά, στα 18, πάλι σου μιλούσαν πολύ, σε συμβούλευαν τι να προσέξεις στην μακρινή πόλη που πας για να σπουδάσεις, πάλι οδηγίες, πάλι συμβουλές, λιγότερες φωνές, περισσότερη κατανόηση από σένα. Και ξαφνικά, ένα κρακ- τα πρώτα δάκρυα που σε αποχωρίζονται, έστω και προσωρινά, που όμως εσένα σε ταρακουνούν· είναι οι γονείς σου διάολε, κάποτε ήταν υπεράνθρωποι στα μάτια σου, δεν αρρώσταιναν, δεν έκλαιγαν, δεν διαμαρτύρονταν, δεν είχαν ελαττώματα, ανάγκες, τρωτά σημεία. Και τελικά αποκτούν τρωτά σημεία, και δεν είναι πια τα δυνατά όντα με τις υπερφυσικές δυνάμεις που θα σε προστατέψουν από τους πάντες και τα πάντα, δεν είναι αεικίνητοι και δραστήριοι, κουράζονται, μεγαλώνουν. Και μια μέρα τους βλέπεις κι αναρωτιέσαι πότε μεγάλωσαν τόσο, ειρωνικό, κι εκείνοι το ίδιο λένε για σένα- με νοσταλγία μεν, αλλά και καμάρι, ενώ εσύ το σκέφτεσαι με τρόμο. Αλλά να, κοιτάς παλιές φωτογραφίες, τότε που στα μάτια σου φάνταζαν ήδη ηλικιωμένοι ενώ δεν ήταν και σκέφτεσαι πόσο νέοι ήταν πραγματικά, πόσο δυνατοί, πόσο υπεράνθρωποι. Και αρρωσταίνουν, και δε λένε πια τόσα πολλά, μόνο να προσέχεις, πάντα να προσέχεις. Ο κύκλος της ζωής; Ναι, αλλά πολύ πιο σύντομος για μερικούς απ’ όσο θα πρεπε, απ’ όσο μας μάθανε, απ’ όσο ελπίσαμε.
Και μετά σιωπή.
Θα προσέχω.
Posted in Uncategorized | 14 Σχόλια

Η έμφυτη μελαγχολία της Βασίλισσας Καρφιτσομαξιλαρίνας

Η Βασίλισσα Καρφιτσομαξιλαρίνα

Μα τι ζωή ζει η Βασίλισσα Καρφιτσομαξιλαρίνα;
Σαν κάθεται στο θρόνο της, της τρυπιέται η σπλήνα.

…Έγραψε ο Τιμ Μπάρτον, ίσως όχι έτσι ακριβώς -λογικό στη μετάφραση να χάνει λίγο. Και αναρωτιέμαι τώρα εγώ. Εντάξει, είναι αποδεκτό ότι κανένας μας δεν επιλέγει τις συνθήκες στις οποίες θα γεννηθεί και θα μεγαλώσει. Οι πολύ αισιόδοξοι λένε ότι, όσο χάλια κι αν είναι αυτές οι συνθήκες, είναι στο χέρι σου να τα αλλάξεις όλα, μεγαλώνοντας. Λένε ότι η μοίρα σου μοιράζει μεν κάποια χαρτιά, αλλά εσύ επιλέγεις πώς θα παίξεις. Λένε κι άλλα, ωστόσο κάπου εκεί εγώ στραβώνω τα μούτρα μου και αρχίζω να αναρωτιέμαι. Σιωπηλά ή φωναχτά, ανάλογα με τον βαθμό οικειότητας που έχω με τον εκάστοτε αισιόδοξο.

Κοίτα τώρα, πόσα έχω γράψει και δεν έχω πει ακόμα περί τίνος αναρωτιέμαι. Το κάνω αυτό, άμα με πιάσει η ανασφάλεια μήπως πω βλακεία, αρχίζω να μιλάω πολύ, συνήθως περνάω από το ένα θέμα στο άλλο, για να αποφύγω τη συνέχεια. Και δεν είναι ακριβώς ότι φοβάμαι μη πω βλακεία, αλλά να, έχω και την ανησυχία ότι με όλα αυτά τα μελαγχολικά που γράφω, θα μου μπει κι η ταμπέλα της μαύρης μαυρίλας. Που γενικά μια μελαγχολία την έχω, αλλά στη παρέα είμαι πάντα χαμογελαστή και κάνω όλο αστεία, μερικά είναι και έξυπνα. Αλήθεια. Ορίστε, πάλι το κάνω, λέω άσχετα. Ας το ξεφουρνίσω.

Να, αναρωτιέμαι, τελικά μήπως κάποιοι άνθρωποι απλά δεν είναι γραφτό να ευτυχήσουν. Όπως η Βασίλισσα Καρφιτσομαξιλαρίνα, που «γεννήθηκε» για να καρφιτσώνουμε πάνω της καρφίτσες. Αυτός είναι ο ρόλος της, ο σκοπός της ύπαρξής της, ο λόγος που δημιουργήθηκε. Αν προσπαθήσουμε να τη βγάλουμε από αυτόν τον ρόλο, να την απαλλάξουμε από τη δυστυχία της, αν προσποιηθούμε ότι είναι, για παράδειγμα, μια όμορφη κούκλα, θα πετύχει άραγε; Ή μήπως ανάμεσα στις άλλες, πραγματικά όμορφες κούκλες, θα είναι ακόμα πιο δυστυχισμένη; Είναι πολύ μεγάλο ζόρι να παλεύεις καθημερινά για πράγματα που οι άλλοι θεωρούν αυτονόητα, και όσο και να προσπαθείς, να μη νιώθεις ποτέ αρκετά καλός. Μήπως τότε θα φτάσει στο σημείο να θέλει να συρθεί πάλι στο θρόνο της, και να βυθιστεί στον, τεράστιο μεν, γνώριμο και σχεδόν παρήγορο δε, πόνο απ’τις καρφίτσες της;

Ίσως δεν πρέπει να προσπαθούμε να πάμε κόντρα στη φύση μας. Ίσως, όπως και καθετί γύρω μας, έτσι κι ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά, να γεννήθηκε για να υπηρετήσει ένα συγκεκριμένο σκοπό σε αυτόν τον κόσμο. Ακόμα κι αν τον κάνει δυστυχισμένο, ίσως πρέπει να πάψει να το πολεμά και να αφεθεί στο πεπρωμένο του, με παρηγοριά τη σκέψη ότι υπάρχει κάποιος λόγος για όλα, ακόμα κι αν δεν τον κατανοεί. Όπως και η Βασίλισσα Καρφιτσομαξιλαρίνα, που σίγουρα δεν κατανοεί γιατί τόσος κόσμος επιμένει να της καρφώνει τη σπλήνα με καρφίτσες. Αγνοεί ότι έτσι εκπληρώνει το σκοπό της δημιουργίας της.

Ή μήπως όλα αυτά δεν είναι παρά μια απελπισμένη αναζήτηση για άλλοθι από μια δειλή, που θέλει να κρυφτεί από τον κόσμο, επειδή διαπίστωσε ότι δεν είναι παραμυθένιος κι αυτό την τρομάζει; Μιλάω φυσικά για τη Βασίλισσα Καρφιτσομαξιλαρίνα.

Νομίζω την ξέρω την απάντηση κατά βάθος, αλλά γαμώτο, έπρεπε να καταγραφεί το πόσο καλά μπορώ να επιχειρηματολογήσω όταν πρόκειται να υπερασπιστώ την έμφυτη μελαγχολία μου.

Posted in Uncategorized | 2 Σχόλια

Όλου του κόσμου οι Κυριακές


Είναι μαζική η εκτίμηση ότι το Κυριακάτικο πρωινό είναι το πιο όμορφο και πολυαναμενόμενο της εβδομάδας. Μάλλον επειδή συνήθως έχει προηγηθεί κραιπάλη ή επειδή κανείς δεν έχει δουλειές να τρέξει, όπως για παράδειγμα τα πρωινά του Σαββάτου. Είναι σχεδόν επιβεβλημένο να χουζουρέψεις και να τεμπελιάσεις όσο μπορείς. Σήμερα δε, είχαμε ένα πολύ όμορφο χειμωνιάτικο πρωινό.

Προσωπικά, πάντα αγαπούσα τα Κυριακάτικα πρωινά. Είχα μια ιεροτελεστία από μικρή που την συνέχισα -εν μέρει- μέχρι και πρόσφατα στην ενήλικη ζωή μου. Ξυπνούσα αργά, και με μισόκλειστα μάτια έβαζα να δω παιδικά στη τηλεόραση. Η μαμά μου μας αγόραζε το καθιερωμένο γλυκό της εβδομάδας από τον Στεργίου -για μένα ήταν πάντα μια σοκολατίνα με μια φράουλα από πάνω- και αφού τελείωναν τα παιδικά και είχα φάει το γλυκό μου, διάβαζα την εφημερίδα μου. Η μαμά μου, μου έπαιρνε κάθε Κυριακή εφημερίδα-όλοι νόμιζαν ότι ενδιαφέρομαι για τα τεκταινόμενα του τόπου, αλλά εκείνη είχε καταλάβει ότι ήθελα απλά το τηλεοπτικό περιοδικό που έδιναν μαζί, για να διαβάσω τη συνέχεια σε όλες τις αγαπημένες μου σαπουνόπερες. 

Μου άρεσαν εκείνες οι ώρες στο σπίτι, ο μπαμπάς μου κοιμόταν, η αδερφή μου διάβαζε για το σχολείο και οι μόνοι ήχοι στο σπίτι ήταν από την κουζίνα, κάποια πιάτα που στοίβαζε η μαμά μου δίπλα στο νεροχύτη μετά το πλύσιμο, και η μουσική από το ραδιόφωνο που άκουγε.

Ερχόταν συνήθως στο δωμάτιό μου για να μου πει κάποιο νέο, είτε από τη γειτονιά ή την οικογένεια, είτε από αυτά που άκουγε στο ραδιόφωνο. Κατά βάση την απόπαιρνα επειδή βαριόμουνα αυτά που μου έλεγε και με εκνεύριζε η επιμονή της να μου εξιστορήσει κάθε άσχετη λεπτομέρεια, παρόλο που της έλεγα πως δε με ενδιαφέρει. Ακόμα όμως και να με ενδιέφερε το νέο της, πάλι την απόπαιρνα τις πιο πολλές φορές, μιας και όταν τις ζήταγα λεπτομέρειες, ουσιώδεις και σημαντικές, ποτέ δεν ήξερε να μου πει, γιατί δεν την ένοιαζε να κουτσομπολέψει, να επικοινωνήσει ήθελε.

Και σήμερα, Κυριακή 5 Δεκεμβρίου, όχι πολλά χρόνια μακριά από αυτά που περιγράφω, είχε ένα όμορφο πρωινό, που μου θύμισε έντονα αυτά της παιδικής μου ηλικίας. Βέβαια, ο Στεργίου δε βγάζει πια την αγαπημένη μου σοκολατίνα και η εφημερίδα που έπαιρνα δε με συγκινεί πλέον. Αλλά δεν έχει και πολύ σημασία, επειδή όλα αυτά είναι μικρές και ασήμαντες λεπτομέρειες.

Γιατί σήμερα το πρωί δεν ξύπνησα αργά, αλλά νωρίς. Έβαλα την μαύρη πανοπλία μου και πήγα στην εκκλησία. Σήμερα το πρωί δεν με ενδιέφερε αν θα έχει κρύο ή ζέστη, αν θα δω παιδικά ή αν θα χουζουρέψω, γιατί σήμερα έπρεπε να πάω στο μνημόσυνο για τα σαράντα της μητέρας μου. Και καθ’ όλη την διάρκεια του, το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν παιδικές σειρές στη τηλεόραση, γλυκές γεύσεις από το κοντινό ζαχαροπλαστείο και χαμηλή μουσική από την κουζίνα. Εικόνες, γεύσεις και ήχοι που δεν θα βιώσω ποτέ ξανά με τον ίδιο τρόπο, αλλά θα τα κουβαλάω μέσα μου για πάντα.

Posted in Uncategorized | 7 Σχόλια